Το καλάθι σου είναι άδειο.

Αγορά

Ποσότητα: 0

Συνολικά: 0,00

0

Βινυλοχλωρίδιο (χλωροαιθένιο) (C₂H₃Cl)

Βινυλοχλωρίδιο (χλωροαιθένιο) (C₂H₃Cl)

Πολυμεριζόμενο δίνει το πλαστικό PVC.

Χημεία

Λέξεις/κλειδιά

χλωριούχου βινυλίου, χλωροαιθυλενίου, αλκυλαλογονίδιο, που περιέχει αλογόνο οργανική ένωση, ακόρεστα, βινυλίου, μονομερές, πολυμερές, πολυμερισμός, PVC, πολυβινυλοχλωρίδιο, πρόσθεση, δηλητηριώδης, οργανικός, χημεία

Σχετικά έξτρα

Χλωρομεθάνιο (χλωριούχο μεθύλιο) (CH₃Cl)

Προκύπτει με την χλωρίωση του μεθανίου υπό την επίδραση θερμότητας ή φωτός.

Τριχλωρομεθάνιο (χλωροφόρμιο) (CHCl₃)

Το χρησιμοποιούν ως διαλύτη στα χημικά εργαστήρια, και παλαιότερα, ως αναισθητικό στην...

Τετραχλωριούχος άνθρακας (CCl₄)

Άχρωμο, τοξικό υγρό γλυκερής οσμής. Καλός διαλύτης των λιπών και ελαίων.

Αιθένιο (αιθυλένιο) (C₂H₄)

Το απλούστερο αλκένιο της ομόλογης σειράς.

Διχλωρομεθάνιο (CH₂Cl₂)

Παράγεται με την χλωρίωση του μεθανίου (αντίδραση υποκατάστασης) και χρησιμοποιείται ως...

Πολυμερισμός αιθενίου

Από το αιθένιο (ή αιθυλένιο), παράγεται με πολυμερισμό το πλαστικό υλικό πολυαιθυλένιο.

Αιθάνιο (C₂H₆)

Το δεύτερο μέλος της ομόλογης σειράς των κανονικών (γραμμικής αλυσίδας) αλκανίων.

1,1,2,2-τετραφθοροαιθυλένιο (C₂F₄)

Μονομερές του τεφλόν, άχρωμο, άοσμο αέριο.

Χλώριο (Cl₂)

Ένα από τα αλογόνα. Είναι τοξικό αέριο με οξεία καυστική ορμή και κιτρινοπράσινο χρώμα.

Added to your cart.